2.3.10

Απόνερα

Ένα ποτάμι καθαρής βροχής,
στάλα τη στάλα, απέρριψε
το νοικοκυρεμένο σώμα.
Φιλοξενεί το στόμα,
απόστημα ειρήνης.

Πλύμα ανούσιων επιλογών
σήκωσε κακοσμία όση,
η ανέχεια συνηγορεί,
στα όρια να τεντωθεί
η δουλοπρέπειά της.

              *

Το αναντίρρητο, συλλάβισα,
Εγώ -πιθαμή προς πιθαμή-
μη και, κάποιο μου τελώνιο
υφέσιμο ή λόγιο,
ρομαντικά με «σπάσει».

Το ανυπόδητο βρομόπαιδο
περιχρίω, με σκελετώδη
επιθυμία διαφυγής.
Αυθορμησία, συλλογής
κακών λυμάτων.

© Δημήτρης Δικαίος